Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

Δεν μου πάνε τα λέπια, εγώ τα πάω.

Επέστρεψα στο πατρικό μου, έπειτα από τρεις ντουζίνες μοναχισμού στο κέντρο της Αθήνας. Η επιστροφή ήταν βεβιασμένη και κάτω από απαστράπτουσες συνθήκες, που κατάφεραν να κάνουν το δέρμα μου να γυαλίζει από αγωνία. Κουβάλησα το κρεβάτι μου, τις μουσικές που είχα αμπαλάρει, ρούχα πολλών εποχών, μακάβριες αναμνήσεις διαφόρων ειδών και τα αξύριστα μούσια μου, που έτσι κι αλλιώς τα κρατάω θεληματικώς πυκνά εδώ και χρόνια. Τα πήρα όλα αγκαζέ και τα κατέβασα στα νότια, εκεί που θες καράβι για να πας πιο πέρα.

Αν ήμουν γκόμενα, θα έλεγε κανείς πως έχω περίοδο εδώ και μια γέννα μήνες. Αν ήμουν γιαγιά, θα έλεγε κανείς πως κάνω παράπονα για φροντίδα. Αν ήμουν γάτος, θα το είχα σκάσει από τον αφέντη μου, για να βρω καλύτερη άμμο να κατουρήσω. Δεν είμαι τίποτα από όλα αυτά, οπότε κάνω βόλτες στη θάλασσα, για να με βρει κάποιος στο λιμάνι και να με περιμαζώσει. Κι όταν λέω «κάποιος», δεν εννοώ απαραίτητα άνθρωπος, πόσο μάλλον αρσενικός.

Την τελευταία φορά που πήγα εκεί, πριν λίγες μέρες, έβγαζα χτικιά πολλά από μέσα μου, γιατί είχα την εντύπωση πως δεν με άκουγε κανείς. Κι έτσι ήταν, εκτός από έναν άστεγο, που έτρωγε τα σπόρια ολόκληρα. Με κέρασε μερικά κι εγώ αντί να του δώσω κέρματα να αγοράσει καμιά τυρόπιτα, τα πήρα και τα έφαγα. Ολόκληρα κι εγώ, δεν προσβάλεις τον οικοδεσπότη που σου κάνει το τραπέζι. Δεν πιάσαμε κουβέντα όμως, ούτε με ρώτησε για τα χτικιά.

Θεωρώ ως καλύτερη στιγμή, για να κάνεις παρέα με τη θάλασσα των νοτίων προαστίων, την ώρα που φεύγουν οι γραφικοί ψαράδες από τα βράχια, έχοντας προσελκύσει τα σχεδόν θύματά τους προς τα έξω για μπανιστήρι. Είναι η ώρα, που η υγρασία σε κάνει να κολλάς. Είναι η καλύτερη ώρα, σύμφωνα με τις σουρεαλιστικές γραφές του μυαλού μου, για να ξεχάσεις στιγμές και να δημιουργήσεις καινούργιες μνήμες, τις οποίες θα θες αργότερα να θυμάσαι.

Σε μια προσπάθεια να τις δημιουργήσω, κόντεψα να τα χάσω. Κι αυτό γιατί δεν είχα συναισθήματα και γεγονότα, δράσεις κι αντιδράσεις. Ήταν η στιγμή, που ενώ οι ψαράδες ξεκινούσαν τα κουτσομπολιά σαν τις κατίνες τις γυναίκες τους, συγκρίνοντας ψαριές, κατάλαβα πως ούτε θέλω να θυμάμαι, ούτε να πλέξω θύμησες για αργότερα. Κατάλαβα πως θέλω να ξαναφύγω για μέρη μακρινά, πιο μακρινά κι από το κέντρο, για να ξεχάσω τα πάντα, ακόμα και το λιμάνι και τα σιχτίρια μου. Και μονομιάς άρχισα να ξεφορτώνομαι τα ρούχα μου. Άρχισα να φλερτάρω με την υγρασία. Άρχισα να πνίγομαι με το οξυγόνο. Άρχισα να βγάζω ψιλές νιφάδες στο δέρμα μου και να στέκομαι με το ζόρι πάνω στην ατίθαση ουρά μου. Και, μην μπορώντας να αντισταθώ, έπεσα μέσα. Με περιμάζωσε η αγαπημένη μου, όπως προσευχόμουν.

Έκτοτε, θυμάμαι ελάχιστα. Και το χαίρομαι, μέχρι τουλάχιστον να μπορέσω να ξαναφύγω μακριά, για να φτιάξω νέες μνήμες. Κι όταν κάποιοι φίλοι μου λένε χαιρέκακα πως τα λέπια δεν μου πάνε, εγώ χαμογελάω άχρωμα και τους λέω ότι μπορεί αυτά να μην μου πάνε, εγώ όμως τα πάω. Κι ας κολλάω πάνω στο ψιλό της ουτοπίας τους.

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

Το μεγάλο φαγοπότι: Εσύ τι κρασί θα ανοίξεις;

Ο κανιβαλισμός δεν είναι ανωμαλία, αλλά ‘ομαλή’ διαδικασία της ‘ανώμαλης’ φύσης, κατά την οποία ένας οργανισμός διατρέφεται από άλλους του ίδιου είδους. Από τους Κέλτες και τους Ιρλανδούς την εποχή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας μέχρι τους ανθρωποφάγους της καραϊβικής τον 14ο αιώνα και από τις ανθρωποθυσίες των Μογγόλων της Στέπας κατά τον Μεσαίωνα μέχρι τον Χάνιμπαλ Λέκτερ της αφελούς αλλά έξυπνης Κλαρίς, ο κανιβαλισμός κάνει εμφανή την παρουσία του και στο ανθρώπινο είδος κατά την διάρκεια της ιστορίας της ανθρωπότητας. Ευτυχώς, ‘όχι στις μέρες μας’.

Ο πολιτισμός, κανιβαλικός ή μη, είναι κάτι που χτίζεται σταδιακά και αργά, τόσο που η πιθανότητα να ζήσεις στο μεταίχμιο μιας τεραστίων διαστάσεων πολιτιστικής, κοινωνικής και οποιασδήποτε άλλης μορφής αλλαγής μοιάζει με την πιθανότητα να σε πετύχει κεραυνός την ώρα που κάνεις σεξ σε δημόσιο χώρο. Τα αποτελέσματα μιας πολιτισμικής αλλαγής φαίνονται χρόνια αργότερα, δεκαετίες, αιώνες, χιλιετίες μη σου πω και τα απολαμβάνουν οι απόγονοί σου, τιμώντας σε με δάφνες και ημερομηνίες και εκδηλώσεις και προτομές και ταινίες και πίνακες ζωγραφικής και ντοκιμαντέρ κι ένα σωρό μαλαγανιές και πράξεις και ιδέες και θεσμούς. Ευτυχώς και στις μέρες μας.

Αυτά τα δύο είναι, ευτυχώς ή δυστυχώς, αλληλοσυγκρουόμενα και συμπληρωματικά. Αν δεν υπάρχει αλληλοφάγωμα, δεν υπάρχει ρήξη αυτού. Αν δεν υπάρχει κακία, δεν υπάρχει καλοσύνη. Αν δεν υπήρχε ο Μεσαίωνας, δεν θα υπήρχε η Αναγέννηση. Αν δεν υπήρχαν οι ανθρωποφάγοι πειρατές της Καραϊβικής, δεν θα υπήρχε ένας Μαγγελάνος, ένας Κολόμβος ή ένας Ντε Γκάμα να τους ανακαλύψει, να τους υποτάξει και να τους αφανίσει (σχεδόν). Γιατί ξέχασα να αναφέρω πως το κακό δεν εξαγνίζεται με ημέρευση, αλλά με αφανισμό. Ο λόγος; Είναι πιο εύκολο. Δυστυχώς και στις μέρες μας.

Και περνώντας γρήγορα κι ατσούμπαλα μέσα από την ιστορία, ερχόμαστε στο 2012, μια χρονιά που περιμένουμε Ολυμπιακούς Αγώνες στο Λονδίνο. Μια χρονιά που στα Grammy φαβορί είναι μια τσουπωτή Βρετανίδα 23 χρονών. Μια χρονιά που το facebook αποτελεί τον βασικό μας κόσμο και ο πραγματικός μας κόσμος μπαίνει σε δεύτερη μοίρα, γιατί έχουμε γίνει κοσμοφοβικοί. Μια χρονιά που η έννοια της ελευθερίας έχει γίνει τόσο επικίνδυνη, που αν η Janis ζούσε σήμερα θα καιγόταν σαν την Ιωάννα της Λωρραίνης ως μάγισσα, που έχει το θράσος να τραγουδάει για μια ελευθερία ισοδύναμη με το να μην έχεις να χάσεις τίποτα. Μια χρονιά που ο βασικός μισθός δεν είναι τόσο βασικός, για να καλύπτει τα βασικά, αλλά χαρτζιλίκι, όπως αυτό που παίρναμε από τη μαμά και τον μπαμπά, για να πάμε διακοπές και να καλύψουμε τα βασικά. Δυστυχώς ή ευτυχώς, μόνο στις μέρες μας.

Η πεμπτουσία όλων αυτών είναι πασιφανής. Για να δημιουργηθεί πολιτισμός, για να δημιουργηθεί ανάπτυξη, πρέπει να περάσουμε πρώτα από τον αφανισμό. Γιατί ο άνθρωπος δεν έμαθε ποτέ να συνυπάρχει, αλλά να υπάρχει. Να τρώει τον διπλανό του. Να καταστρέφει ό,τι κατακτά, για να το έχει. Να κάνει τέχνη, για να εξιλεώνεται, μιας και ποτέ δεν είχε άλλον τρόπο για να πλησιάσει την ευδαιμονία. Να επεκτείνει τη δύναμή του, για να αποδεικνύει ότι την έχει, αλλά να μην την χρησιμοποιεί για καλό, γιατί έτσι φαίνεται ότι είναι αδύναμος. Να διεκδικεί τα βασικά, αλλά να μην τα καλύπτει, παρόλο που θεωρητικά τα παίρνει. Να τρώγει και να κατατρώγεται από μια παράδοση που κρατάει από την εποχή του Λεωνίδα, μιας ομάδας 300, που ζουν για να επιβεβαιώνουν το γνωμικό: «Αυτοί που κυβερνούν, πρέπει να επιβιώνουν πάντα μεγαλόπρεπα». Να καταδικάζει τις ‘Ιωάννες της Λωρραίνης’ του, μιας και οι όροι ελευθερία και αξιοπρέπεια υπόκεινται στις νομοθεσίες που απαιτούν τον δημόσιο λιθοβολισμό τους στις πλατείες μαζί με τους άστεγους και τα αδέσποτα. Να χρωστάει αυτά που κατανάλωσε, αλλά να θέλει την παραγραφή του χρέους τους, σαν να μην τα έφαγε ποτέ. Να στήνει γιορτές και πανηγύρια, την ίδια στιγμή που έχει γίνει κοσμοφοβικός και δεν βγαίνει να περπατήσει στους πεζόδρομους της Αθήνας – τι ειρωνεία!

Ας φαγωθούμε λοιπόν. Ας γίνουμε Ανθρωποφάγοι στη θέση των Χαλίφηδων, Κέλτες απέναντι στη δυτικότερη από εμάς Δύση και Χάνιμπαλς απέναντι σε κάθε αφελή Κλαρίς. Γιατί αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος οι επόμενες γενιές να είναι περήφανες για εμάς, που ‘Φτιάξαμε πολιτισμό’ για την πάρτη τους και ζήσαμε με άξονα τα κίνητρα όλων όσοι κουβαλάνε τα δυσοίωνα πρότυπα του Λεωνίδα και των 300, σαν να μην υπάρχει αύριο.

Αλήθεια, τι κρασί να ανοίξουμε, λευκό, ροζέ ή κόκκινο;

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

2012: Άντε και καλή ψαριά

Fun fact:
Ο Τρίσταν Μίλερ έκανε τον Μαραθώνιο να μοιάζει με βόλτα. Ο 33χρονος Αυστραλός ολοκλήρωσε την ατελείωτη απόσταση των 42 χιλιομέτρων και 195 μέτρων 52 φορές φέτος, κερδίζοντας μια θέση στο βιβλίο των ρεκόρ Γκίνες. Ο ερασιτέχνης δρομέας εκκίνησε και τερμάτισε σε 52 κούρσες, ταξίδεψε σε 42 διαφορετικές χώρες, ανάμεσα στις οποίες και η Ελλάδα, χωρίς να επηρεαστεί από την κούραση, τις ασθένειες και τα συνεχόμενα, αεροπορικά ταξίδια. Ο τελευταίος του σταθμός ήταν στα πάτρια εδάφη και συγκεκριμένα στο Άλμπερτ Παρκ της Μελβούρνης. “Ανησυχούσα περισσότερο για το αν καταφέρω να βρίσκομαι στην ώρα μου στην πόλη που γινόταν ο Μαραθώνιος, παρά για το αν φτάσω στον τερματισμό. Μάλιστα, κάποιες φορές μέσα σε δυο μέρες αγωνίστηκα σε δυο Μαραθωνίους, προκειμένου να προλάβω να πάρω μέρος στους αγώνες της Ανταρκτικής και της Μογγολίας, που ήταν δυο πολύ μακρινοί προορισμοί”, είπε ο Αυστραλός λίγο μετά τον τερματισμό του αγώνα, που τον έβαλε στο βιβλίο των ρεκόρ. Όλη αυτή η Οδύσσεια που πέρασε ο Μίλερ στοίχισε συνολικά 120.000 δολάρια. Ο “ήρωας της Αυστραλίας”, όπως αποκαλείται πλέον από τους συμπατριώτες του, πούλησε πολλά από τα υπάρχοντά του, προκειμένου να καταφέρει να ανταπεξέλθει στις οικονομικές απαιτήσεις του άθλου του…
Θέμα:
Καθώς τελειώνει η ταλαιπωρημένη για πολλούς χρονιά του 2011, έρχεσαι αντιμέτωπος με τον ίδιο σου τον εαυτό, μιας και δεν είναι απίθανο να είσαι λίγο πιο απογοητευμένος, λίγο πιο εκνευρισμένος, λίγο πιο αδικημένος, λίγο πιο χρεωμένος, λίγο πιο χωρισμένος, λίγο πιο κουρασμένος, λίγο πιο αγχωμένος, λίγο πιο απ’ όλα με μπόλικο από τα πάντα. Και αναλογίζεσαι τι είναι αυτό που έφταιξε. Να ήταν η οικονομική κρίση; Να ήταν η μιζέρια που δεσπόζει στον ρεαλισμό γύρω σου; Να ήταν οι συγκυρίες; Να ήταν οι εκλογές; Να ήταν το τρέξιμο της δουλειάς σου; Να ήταν κάποιο χειρουργείο που σε κράτησε πίσω; Να ήταν κάποιος οικογενειακός σκόπελος, που σκόνταψες πάνω του πολλάκις και ακόμα αγωνιάς να πατήσεις στα πόδια σου; Βάλε άνω παύλα φιλαράκι, γιατί τα πράγματα είναι πολύ απλά για όλους. Η λύση; Πήγαινε στο Μπαλί να γίνεις ψαράς.
Αφορμή:
Αν ένας φαντασιόπληκτος Αυστραλός κατάφερε να χρεωθεί μια περιουσία και να μείνει γδυτός από οικονομικές εγγυήσεις, χωρίς μάλιστα να είναι σίγουρος για το τι κάνει, τότε είμαστε όλοι έρμαια των παρορμήσεών μας. Και αυτό είναι καλό, από το να είμαστε έρμαια των παρορμήσεων των άλλων. Αν λοιπόν το μέσα σου ουρλιάζει κάτι και το ακούς, μην το προσπερνάς. Κάτσε, άνοιξε μια μπύρα, βάλε μια μουσική να παίζει και δες πώς θα βρεις τον τρόπο να ικανοποιήσεις τη λιγούρα σου. Γιατί αυτή σου η λιγούρα είναι σαν την ανάγκη σου να βγάλεις τα πρώτα υγρά της ημέρας – αν την ικανοποιήσεις, μόλις ξύπνησες. Και αφού ξύπνησες, είναι απλό. Πήγαινε στο Μπαλί να γίνεις ψαράς.
Πιθανός στόχος:
Η “Ιθάκη” προσπαθούσε διακαώς να μεταδώσει τη συμπαντική αλήθεια που όλοι αγνοούμε: το ταξίδι είναι μείζονος σημασίας, ενώ ο στόχος δευτερεύουσας. Σωστά. Αλλά πότε έμεινες ικανοποιημένος από την προσπάθειά σου, όταν τελικά το μόνο που κατάφερες είναι να φας τα μούτρα σου; Άσε εμένα να σε διαφωτίσω: ΠΟΤΕ. Για αυτό, βάλε στόχο και κάνε τον πραγματικότητα, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι η κούρσα θα κρατήσει μέρες, μήνες, χρόνια. Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι δεν θα έχεις στον ήλιο μοίρα και θα είσαι ο περίγελος του κύκλου σου. Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα θυσιάσεις πράγματα, καταστάσεις και πρόσωπα, που ποτέ δεν σε εκτίμησαν και δεν υπολόγισαν σε σένα (γιατί αν το έκαναν, τότε θα καταλάβουν και θα σε στηρίξουν με κάθε τρόπο). Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα πας στο Μπαλί να γίνεις ψαράς.
Πιθανό κίνητρο:
Ο τίτλος μπορεί να μην είναι κίνητρο, αλλά μπορεί να είναι λεζάντα στο όνειρό σου. Σαν αυτές που βλέπουμε στην Πειραιώς, στην Εθνική Αθηνών-Λαμίας, στους κακόφημους δρόμους προς το Γκραν Κάνυον, στις πλημμυρισμένες γειτονιές της Νέας Ορλεάνης, στα σαφάρι της Ωκεανίας, ακριβώς έξω από το τείχος του Βερολίνου. Μπορεί να μην το έχεις υπολογίσει στα μαθηματικά σου, αλλά αν το καλοσκεφτείς, το επιδιώκεις κρυφά. Είτε θες να γίνεις βασίλισσα ομορφιάς είτε επίκουρος καθηγητής σε Πανεπιστήμιο, ο τίτλος είναι σχεδόν αυτοσκοπός στην πραγματικότητα που έχεις μεγαλώσει. Και δεν σε αδικώ. Και ο δικός μου τοίχος στο πατρικό μου είναι γεμάτος από πτυχία. Αλλά δεν θα ήταν πιο fun να είχες κι έναν που θα έγραφε: “Ψαράς στο Μπαλί”;
Πιθανή πραγμάτωση:
Υπάρχει μια θεωρία που λέει ότι ποτέ δεν ολοκληρώνεσαι αν αφήνεις πάντα κάτι μισοτελειωμένο. Υπάρχει μια πληγή που σε ξύνει και την ξύνεις μέχρι να βγάλει αίμα, μέχρι να μαζευτούν τα λευκά αιμοσφαίρια να την επουλώσουν, να βγουν τα νεκρά κύτταρα μπροστά για να κλέψουν την παράσταση και τελικά το δέρμα να επανέλθει στα φυσιολογικά του. Τι ωραία που θα ήταν όμως αν αυτή η πληγή έκλεινε τελείως και δεν σε ενοχλούσε ποτέ ξανά! Γιατί, ειλικρινά, ποιος απολαμβάνει τη μια απονεύρωση μετά την άλλη, ως μπάλωμα για μια αναγκαία εξαγωγή; Κάνε την επιτέλους και άσε τις φλωριές. Ένα δόντι που είναι να βγει, ας βγει. Και κάποιος που είναι να γίνει ψαράς, ας γίνει ψαράς. Ψαράς στο Μπαλί.
Πιθανή σφαλιάρα:
Ο Χριστός είπε: “Όταν τρως καμιά ξεγυρισμένη, γύρνα και το άλλα μάγουλο, για να δείξεις ότι δεν σου καίγεται καρφί”… true story. Αν λοιπόν η κατάσταση ξεφύγει μέσα στη νέα χρονιά (λες και μέχρι τώρα τηρούσες το πρόγραμμα), γύρνα και το άλλο μάγουλο, φάε όσα χαστούκια έχει πλέξει το κάρμα για το εγκώμιό σου και… χαμογέλα! Κι αν έχεις δυσκολίες στο χαμόγελο, πιες μερικές μπύρες παραπάνω και βάλε νέο στόχο. Σε εμένα πιάνει. Όχι ο στόχος, το χαμόγελο. Πιες και πάρε με τηλέφωνο να κλείσουμε μαζί τα εισιτήρια για το Μπαλί.
Πιθανή επαναφορά:
Η γενιά του Πρόζακ δεν είναι η δικιά μας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε μάθει να κάνουμε καταχρήσεις και να επανερχόμαστε στη νηφαλιότητα. Άλλωστε, η δική μας η γενιά, όπως έχω ξαναπεί, είναι η τρισκατάρατη από τις μάγισσες του αμερικάνικου νότου γενιά, που δεν αφήνεται να ηρεμήσει ούτε για μια νότα ευδαιμονίας. Κι όμως! Το 2012 επαναπροσδιορίζει τους στόχους για τον καθένα από εμάς, ό, τι κι αν σημαίνει αυτό. Για μένα βέβαια μεταφράζεται μόνο σε έναν στόχο: Να πάω στο Μπαλί να γίνω ψαράς.
Ευσεβής πόθος:
Όλοι εσείς οι αφελείς πιστοί που έχετε μαρκίζα της ζωής σας το κλισέ του Κοέλο για τις συνομωσίες του σύμπαντος, μαζωχτείτε. Υπάρχει χώρος για όλους στο Μπαλί. Και ψάρια. Πολλά ψάρια.
Ευχή:
Γίνε ψαράς στο Μπαλί. Ή Μπαλινέζος στα Ψαρρά. Μετράει. Και να μην ξεχάσω… Καλή Χρονιά σε όλους.

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Είναι χώρα αυτή, για να σεβαστεί το ντεκαπάζ;


Όλα ξεκίνησαν με την υπόσχεση πως δεν θα βάλω τα κλάματα. Σχεδόν το κατάφερα.

Κατά τη διάρκεια ενός road trip μπορείς να περάσεις από πολλά στάδια. Καφέδες και άφθονο κους-κους με καλούς φίλους. Αμήχανες φωτογραφίες από αμήχανες μηχανές που κουνιούνται στο πρώτο stop. Ιδρώτα στα πρώτα πέντε δεύτερα ακινησίας του αυτοκινήτου. Νεύρα κατά τη διάρκεια που η ουρήθρα έχει γεμίσει τα 200-300 ml που χρειάζονται για να αρχίσει να σε ενοχλεί παράφορα. Μουσικές που σου θυμίζουν τα παιδικά σου χρόνια και συγκινείσαι, παρόλο που ποτέ δεν θα τις έβαζες σπίτι στη διαπασών. Μπύρες που παίρνει πρέφα ο οδηγός και ζηλεύει, αλλά η ασφάλεια προηγείται, ενώ εσένα δεν σε νοιάζει και τις πίνεις ακατάπαυστα. Κουβέντες για πρώην, νυν και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν. Σχέδια για το τι θα κάνεις εκεί που θες να πας κι οι Θεοί να γελούν πονηρά, μιας κι έχουν βάλει σκοπό να σου χαλάσουν τα σχέδια μεγαλόπρεπα, ενώ εσύ τελικά επιμένεις και τους προσπερνάς, γιατί μπορείς. Και να φανταστείς ότι η αναφορά μου έγκειται σε μερικά μόνο από τα στάδια.

Όταν έχεις έναν στόχο, δεν μπορείς να μένεις στα ημίμετρα. Η ποίηση ήταν πάντα αποτέλεσμα πόνου, οπότε το γνωστό «το ταξίδι έχει σημασία, όχι ο προορισμός» μάλλον θέλει ένα σχετικό update, μπας και μπορέσουμε να πάρουμε καμιά ανάσα. Έστω κι αν αυτό έχει να κάνει με κάτι εφήμερο, επίκαιρο, επιφανειακό και διόλου πρωτοφανές – ένα ταξίδι, του οποίου ο προορισμός δεν έχει σημασία, μιας και θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε πάνω στον χάρτη. Φτάνοντας λοιπόν, κατάλαβα τη σημασία να φτάνεις κάπου, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό για σένα την εκάστοτε στιγμή της ζωής σου. Κι όταν το είδα, υποσχέθηκα πως δεν θα βάλω τα κλάματα. Και σχεδόν τα κατάφερα.

Η σημασία του να αξιοποιείς αυτά που αγαπάς και κουβαλάς μέσα στα χρόνια για να μπορέσεις να ζήσεις, είναι οφθαλμοφανής και ποτέ στο πρώτο πλάνο του μυαλού. Αυτό μπορεί να είναι ένα τραγούδι της Alanis Morissette. Ένας στίχος για μια «ελευθερία που στην ουσία είναι το να μην έχεις να χάσεις τίποτα», τον οποίο έγραφες στο θρανίο στο σχολείο σου, τη στιγμή που η καθηγήτρια οικονομίας ζωγράφιζε άτεχνα την καμπύλη παραγωγικών δυνατοτήτων. Η πρώτη φορά που ένιωσες πεταλούδες στο στομάχι σου και μαζί τους έδεναν στα γαστρικά υγρά κι οι ενοχές, σαν να έπρεπε να κρυφτείς από τον κόσμο. Οι φίλοι που έχουν περάσει από τη ζωή σου και οι άνθρωποι που σε έχουν προδώσει, σαν τις γάτες που τη μια μέρα σου χέζουν το μπαλκόνι και την άλλη σουλατσάρουν αμέριμνες και ανεξάρτητες, όπως στις ιστορίες του Μπουλγκάκοφ για τον διάολο και τα δεινά του. Οι γονείς, στους οποίους δεν είσαι απόλυτα ειλικρινής και ο αδερφός, στον οποίο είσαι ειλικρινής, αλλά δεν θες να τον ζαλίζεις, γιατί έχει κι αυτός τα δικά του. Και τα παίρνεις όλα χαμπάρι, όταν είσαι κάπου ξένος. Τότε είναι που καταλαβαίνεις τη σημασία του να είσαι ένας από τους θεούς των μικρών πραγμάτων και να μπορείς να παίζεις με τις μνήμες, τις γνώσεις, τα συναισθήματα, τις εικόνες και την κληρονομιά που κουβαλάς και είναι μακρύτερη από το γενεαλογικό δέντρο των υψών της Έμιλυ Μπροντέ. Όταν βρέθηκα λοιπόν εκεί που δεν με ήξερε κανείς, ήρθαν όλα αυτά στο μυαλό μου και το σακάτικο μυαλό μου δεν τα χώρεσε. Υποσχέθηκα πως δεν θα βάλω τα κλάματα. Και σχεδόν τα κατάφερα.

Τις μέρες που βρέθηκα εκεί που δεν με ήξερε κανείς, προσπάθησα να είμαι αυτός που εκεί που με ξέρουν όλοι δεν είμαι. Το φχαριστήθηκα με τον φόβο αυτού που βρίσκεται για πρώτη φορά μέσα στην κουζίνα του αρώματος του ονείρου του Ρόμπινς και βλέπει παντζάρια να πετάγονται από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη, ενώ με την ώρα εξοικειώνεται. Έτσι, όταν πάει να διαβάσει για ένα παιδάκι που μαθαίνει να πίνει και να φτιάχνει από μικρό μπύρα, όλα του φαίνονται γνώριμα και δικά του. Όντας ξένος, προσπάθησα να φτάσω εκεί κατευθείαν. Δεν τα κατάφερα και έσκαγα από επιπολαιότητα. Για αυτό έμεινα πολλές ώρες στον ήλιο, μαύρισα, ήπια πολύ και ξάνθυναν όλες οι τρίχες του σώματός μου. Κάποιοι είπαν ότι είναι τόσο έντονο, που μοιάζει σαν να έχω κάνει ντεκαπάζ. Αλλά αυτό ήταν άστοχο εκ μέρους των συνοδοιπόρων μου. Είναι, άλλωστε, χώρα αυτή για να σεβαστεί το ντεκαπάζ;

Στην πορεία αυτού του προορισμού (γιατί κι ο προορισμός έχει πορεία και διάρκεια, μην ξεγελιέσαι), κατάφερα να μην σκάω από επιπολαιότητα, δέχτηκα την ντεμέκ ντεκαπάζ, έκανα καινούργιους φίλους, ήπια διάφορα πράγματα και προσπάθησα με κόπο να κρύψω τις φορές που έπρεπε να κρατήσω την ψυχραιμία μου και να γυρίσω έντεχνα μπρούμυτα, ώστε να κρύψω τη στύση μου. Στύση, που άλλες φορές αποδείχτηκε καρμική, άλλες καταστροφική κι άλλες, απλώς, αναπόφευκτη. Ευτυχώς, υπήρχαν οι στιγμές που η ουρήθρα γέμιζε με τα 200-300 ml και η προτεραιότητά σου ήταν άλλη. Και μη σκας, στη θάλασσα κυριαρχεί ο νόμος της άπειρης αραίωσης και δεν παθαίνει κανείς τίποτα, το έμαθα εκεί από ειδήμονα. Κάτι τέτοιες στιγμές, δεν υπήρχε λόγος για να υποσχεθώ στον εαυτό μου να μη βάλω τα κλάματα, καταλαβαίνεις.

Προς το τέλος κι ενώ ξέραμε πως οι μέρες της αφθονίας μας ήταν μετρημένες, κατάφερα να κάνω τον καινούργιο μου εαυτό να ντραπεί απέναντί μου. Είναι τις φορές που ξέρεις πως ο καρπός είναι απαγορευμένος, αλλά θες να τον δαγκώσεις με λύσσα, με αποτέλεσμα να σε χτυπάνε οι τύψεις τόσο δυνατά, που το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να γυρίσεις πλευρό, να πιεις λίγο νερό, να φας ένα αχλάδι, για να αποσπάσεις την προσοχή σου και να αφήσεις τα απαγορευμένα για άλλη μέρα. Ίσως και για άλλο προορισμό. Ίσως και για εκεί που υποτίθεται ότι σε ξέρουν όλοι. Αυτή τη φορά, πολύ συγκεκριμένα, όπως θα έλεγε κι ο φίλος μου ο Μπόμπι, ένιωσα την ανάγκη περισσότερο από ποτέ να μη βάλω τα κλάματα. Και σχεδόν τα κατάφερα.

Αφήνοντας πίσω μου έναν εαυτό που αγάπησα περισσότερο από ποτέ, έφτασα να βιώνω ξανά όλα τα στάδια της αρχικής διαδρομής, ένα προς ένα. Τις κουβέντες, τις φωτογραφίες, τον ιδρώτα, τα νεύρα. Έκανα προσπάθεια να βρεθώ πάλι στη θέση που ήμουν, μπας και καταφέρω να ισορροπήσω την κατάσταση, αλλά τζίφος. Ήταν η στιγμή που επιβεβαιώνει τη σύνταξη του αρχικού μου μότο και πιο συγκεκριμένα αυτό το «σχεδόν». Αφού λοιπόν δεν κατάφερα να κρατήσω την υπόσχεση που έκανα από την αρχή, γιατί ένα «σχεδόν» μου έκανε τσαλίμια, κάνω τώρα υπόσχεση πως πρέπει αμιγώς να καταφέρω να βρω αυτό που άφησα εκεί πίσω όταν έφυγα. Και τότε είναι σίγουρο πως κανένας στόχος δεν θα είναι ημίμετρο, καμία ανάμνηση δεν θα μένει πίσω, κανένα παντζάρι δεν θα με τρομάζει, καμία στύση δεν θα με γυρίζει μπρούμυτα και κανένας καρπός δεν θα είναι απαγορευμένος και απρόσιτος, σαν μια καταδικασμένη ντεκαπάζ στο κέντρο της Αθήνας.

Όλα ξεκίνησαν με την υπόσχεση πως δεν θα βάλω τα κλάματα. Σχεδόν το κατάφερα.

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

27 και κάτι.


Πέρασα τα 27 σε μια άλλη ζωή, αλλά δεν κατάφερα να τα ξεπεράσω. Τελικά, το ρητό του Bobby με επηρέασε πολύ («Γιατί δεν πίνεις όλο το μπέρμπον σου Janis; Άλλα παιδάκια δεν έχουν να πιουν τίποτα»). Και το ακολούθησα πιστά σε όλο μου το βιος. Αυτό βέβαια μου στοίχισε πολλά πράγματα, όπως βόλτες στο δέλτα του Μισσισσιππή, μασκαρέματα στο Mardi Gras, σφηνάκια που τα προόριζαν για μένα, τραγούδια που έγραφαν για την αφεντιά μου και τελικά τα είπαν άλλοι, φίλους που μπορεί και να είχα κάνει, θεούς που μπορεί και να είχα προσκυνήσει. Δεν μετανιώνω για τίποτα.

Σε όλα αυτά είχα παρέα. Πολύς κόσμος έφυγε νωρίς και κοντά σε μένα κατάφερε να έχει τις ίδιες σκέψεις αργότερα. Καθώς τα έπινα κάπου μεταξύ Παραδείσου και κολάσεως (είναι πιο ενδιαφέρον το ενδιάμεσο, παραδέξου το), κάνα μήνα αφού ξεψύχησα, με μια σολ που παραλίγο να γίνει σολ δίεση, αλλά δεν είχα δυνάμεις για να φτάσω εκεί, εμφανίστηκε ομπρός μου ο φίλος μου ο Jimi. Τα έχασα και χαμογέλασα, σαν να το φχαριστιόμουν που άφησε τα επίγεια. Μην με κατηγορήσετε, αλλά χάρηκα λίγο, είναι αλήθεια. Είχα βαρεθεί μονάχος στα ψηλά πατώματα και ήθελα λίγη συντροφιά.

Με τον Jimi περάσαμε ωραίες στιγμές μαζί. Και πριν και μετά. Κι οι Θεοί που πιστεύετε, όλοι μαζεμένοι, μας είχαν στα όπα-όπα. Τους τραγουδούσαμε και μας κερνούσαν κοκτέιλ αμβροσίας με μπέρμπον από σκόνη σύγνεφου, μας τάιζαν λόγια και βότανα που έκαναν τις φωνές μας αγνώριστες και μας έλουζαν με υγρά που άνθρωπος δεν έχει ξαναδεί. Αν το ήξερα, μπορεί να επιδίωκα να φύγω νωρίτερα κιόλα.

Δεν προλάβαμε να βαρεθούμε και τσουπ, σκάει μύτη κι ο Jim. Λίγο βαριεστημένος και ποζεράς, αλλά αγάπα τους φίλους σου με τα ελαττώματά τους. Ε, αυτό κάναμε κι εμείς. Τον υποδεχτήκαμε με χαρά και τον βάλαμε στο ουράνιο ensemble που είχαμε κάνει, αλλά όχι πρώτη φωνή, τον αφήσαμε να ψηθεί λίγο. Άλλωστε, κι οι Θεοί ήταν λίγο προκατειλημμένοι μαζί του, μιας και δεν ήξεραν τι κουμάς ήταν. Εμείς τον είχαμε ζήσει και στα ισόγεια και είχαμε πιει μερικές μπύρες μαζί, οπότε ξέραμε ότι θα κολλήσει με το team. Εκείνος βέβαια νόμιζε ότι τον σνομπάραμε και ότι εγώ του κρατούσα ακόμα κακία από τότε που του είχα σπάσει την μποτίλια στο κεφάλι, αλλά μετά κατάλαβε την τακτική των ουρανών και ηρέμησε. Ευτυχώς, τα βρήκαμε σύντομα και οργανώσαμε και τις φωνές. Για να μην κουραζόμαστε, κάναμε βάρδιες. Ένας είχε ρεπό, ένας πρώτη φωνή κι ένας δεύτερη. Και όλοι ήταν ευχαριστημένοι – Θεοί κι άνθρωποι.

Τότε όμως ήταν μόνο 1971 και πέρναγαν τα χρόνια κι οι δεκαετίες και θέλαμε ανανέωση και παρέα. Κανείς όμως δεν μας σκεφτόταν. Τα είχαμε παρατήσει και με το τραγούδι, μιας και οι Θεοί μας βαρέθηκαν και το έσκαγαν για κάνα επίγειο νταλαβέρι πού και πού. Ήταν τότε που το είχαμε ρίξει στην υγιεινή διατροφή και λέγαμε ότι τελειώσανε τα ψωμιά μας και ότι δεν έχουμε άλλα περιθώρια για ρέκλα, αλκοόλ και τραγούδι. Ήταν τότε που μας είχε πιάσει κατάθλιψη, κι εμάς και τους Θεούς.

Ήταν το 1994, λοιπόν, που άνοιξε την πόρτα ένας ξανθός μορφονιός με βαρύτονη φωνή από γρέζι και μουρμουρούσε τα δικά του. Εγώ, κρυφά και χωρίς να το καταλάβω, τον ψιλοερωτεύτηκα. Άλλωστε, είχα καιρό να δω καινούργιο κόσμο στην καλλιτεχνική ομάδα του σιναφιού μας και μου φάνηκε δικός μας. Τον λέγανε Kurt και μας έριξε την ψυχολογία με αυτά που τραγουδούσε. Για έναν περίεργο λόγο όμως, κατάφερε να κάνει τράκα από την ψυχολογία των Θεών και να τους φέρει πάλι στα δικά μας τα μέρη, μιας κι αυτοί είχαν βαρεθεί τόσες δεκαετίες να κατεβαίνουν κάθε λίγο και λιγάκι στις αλάνες για τα διάφορα φεστιβάλ. Άσε που η μουσική είχε αλλάξει και δεν τους άρεσε, ενώ οι περισσότερες πύλες ανάμεσα σε Γη και Ουρανό είχαν κλείσει, όπως και οι καρδιές των ανθρώπων.

Καταστρώσαμε σχέδιο οι παλιότεροι και βάλαμε τον Kurt να μουρμουράει τα δικά του και να προσελκύει τους άλλους, τους μεγάλους. Εμείς μπαίναμε σφήνα και λέγαμε κάνα δικό μας, ενώ στα μεγάλα ντέρτια κάναμε και καμιά διασκευή από αυτά που άκουγαν όταν κατέβαιναν κάτω. Για τους Θεούς, όχι για εμάς, μη φανταστείς. Ευτυχώς που κι ο Kurt αποδείχτηκε δικό μας παιδί, μπήκε γρήγορα στο κλίμα και σιγά-σιγά κατάφερε να έχει και δικό του κοινό. Όχι μεγαλύτερο από το δικό μου φυσικά. Κανείς δεν το κατάφερε αυτό. Ένας είναι ο Janis.

Και πάλι ρε παιδί μου όμως, πέρασαν πολλά χρόνια και βαρεθήκανε οι Θεοί. Εμείς πάλι όχι, γιατί όσο μεγαλώναμε εκεί πάνω, τόσο ξεμωραίναμε. Δεν μπορούσαμε όμως να τους βλέπουμε να μας αφήνουν για τους γήινους, να κάνουν παρέα μαζί τους, να τους δίνουν εξουσία, να τους γράφουν τραγούδια και να ζουν στα σπίτια τους. Το πράγμα είχε προχωρήσει πολύ. Την τρομακτική ιδέα λοιπόν την είχε ο Kurt, αυτό του το αναγνωρίζω.

Ήταν ξημερώματα της 23ης Ιουλίου και είπαμε να ζητήσουμε άδεια από τους Θεούς για να κατέβουμε για μία φορά στη Γη, να δούμε τι γίνεται εκεί κάτω. Ξεκινήσαμε και φτάσαμε λίγο πριν να ανατείλει ο ήλιος. Φτάσαμε στο Λονδίνο, προχωρήσαμε προς την Camden Square, σταθήκαμε στο δέντρο απέναντι από μια υπέροχη έπαυλη, προσπαθώντας να αποσπάσουμε ήχους και κινήσεις. Η τύπισσα ήταν 27 και κάτι, ακριβώς αυτό που ψάχναμε, με αιθέρια φωνή, ψυχή ταλαντευόμενη ανάμεσα στο θνητό και το μακάβριο, σώμα από εύπλαστο πηλό και βλέμμα γεμάτο πόνο.

Περιμέναμε να δούμε ακριβώς σε ποιο δωμάτιο κοιμόταν. Όταν το ανακαλύψαμε, τρέξαμε προς αυτήν και προσπαθήσαμε να την πάρουμε μαζί μας. Ήταν πολύ δυνατή όμως και φώναζε με λυγμούς. Ευτυχώς, είχαμε φροντίσει να μην ακούγεται τίποτα. Όταν την αναγκάσαμε να ηρεμήσει με λίγα χαστούκια και μερικά σφηνάκια, της εξηγήσαμε την κατάσταση από το 1970 μέχρι και το 2011. Φάνηκε να συγκινείται. Σε κάποιο σημείο μάλιστα άρχισε να μουρμουράει ασυνάρτητα μερικές νότες και να μας απευθύνει το τραγούδι. Εμείς δεν ξέραμε γρι από αυτά που έλεγε, οπότε ήμασταν ανακόλουθοι, αλλά ήταν τόσο μεθυσμένη και φτιαγμένη με το πέρασμα της ώρας, που δεν πήρε πρέφα τίποτα.

Γύρω στο μεσημέρι, όντας κουρασμένοι, κάναμε μια τελευταία έκκληση για συμπαράσταση και της είπαμε ότι πρέπει να γυρίσουμε πίσω επειγόντως, γιατί οι Θεοί θα θυμώσουν. Άσε που είχαμε και παράσταση και θα τραγουδούσα πρώτη φωνή. Καλά την είχαν οι άλλοι τρεις, με το ρεπό του ο Kurt και δεύτερες φωνές οι άλλοι δύο. Τέλος πάντων, λεπτομέρειες… ήταν τότε, στις δικές μου σκέψεις, που η Amy σηκώθηκε, ήπιε μια τελευταία γουλιά, σνίφαρε και αναφώνησε: «Πάρτε με μαζί σας, κουράστηκα εδώ με τους ανθρώπους, θέλω να τραγουδάω και να κάνω φίλους, τίποτα άλλο». Την αρπάξαμε, μπήκαμε στην πρώτη πύλη που άνοιξε γύρω στις τρεις και κάτι το μεσημέρι και ήρθαμε πάνω.

Είναι τόσο καλό παιδί και τόσο χαρισματικό, που με το που φτάσαμε, πήρε την κιθάρα της, μας ζήτησε να κάτσουμε κάτω και να ξεκουραστούμε, ζήτησε από τους Θεούς συγνώμη για την αλλαγή του προγράμματος και ξεκίνησε να παίζει μερικά ακόρντα. Ήταν η πρώτη φορά που δάκρυσα μετά από δεκαετίες. Και σπανίως δακρύζω με φωνές άλλων. Και παρόλο που εμείς την πήραμε από τους θνητούς με το έτσι θέλω, δεν μετανιώνω για τίποτα. Άλλωστε, είμαστε μόλις πέντε, εσείς εκεί κάτω έχετε τόσο κόσμο να στηριχτείτε και να αγαπήσετε. Ή μήπως όχι;

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2011

Ο παππούς ο Benjamin.


Η απόσταση από ένα μωρό που δεν μιλάει και βγάζει κραυγές μέχρι έναν ηλικιωμένο που επίσης δεν μπορεί να μιλήσει και βγάζει θορύβους από το στόμα του είναι μηδαμινή και τεράστια. Τεράστια στην ουσία, μηδαμινή στην πεμπτουσία. Και όταν τα ζεις ταυτόχρονα, μπαίνεις ασυναίσθητα στη διαδικασία να ανεβοκατέβεις δεκαετίες που συνθέτουν γεωμετρικά έναν δύσκολο αιώνα, παίρνοντας τα καλύτερα από τους κόσμους της ίδιας κλωστής. Δύο ζωές με την ίδια βιτρίνα, αλλά τόσο διαφορετικό περιεχόμενο. Δύο πλάσματα του ίδιου Θεού - κατώτερου ή ανώτερου, δεν έχει σημασία, μη σκας – που παιδεύονται να μάθουν ή να ξεχάσουν, ανάλογα με την άκρη της κλωστής. Κι ενώ εσύ έχεις ματώσει το ακαμάτικο το μυαλό σου να βγάλει μια άκρη για το γαμημένο το μυστήριο της ζωής, η κλωστή ταλαντεύεται μοναχή της σαν βάρκα απλωμένη στο κάβο ντόρο και κάνει τα δικά της παιχνίδια, αυτά που ούτε θα μπορέσεις να πάρεις ποτέ χαμπάρι στα πλαίσια της προσπάθειάς σου να βγάλεις λεφτά, να πάρεις νέο αυτοκίνητο, να γεμίσεις το κρεβάτι σου με φιλοξενούμενους και να γίνεις διάσημος.

Λίγη ώρα αργότερα, ένας κινηματογραφικός ήρωας ‘έφευγε’ λίγο πιο εφετζίδικα από την πραγματικότητα. Ο Benjamin έγινε παιδί με ακμή, έγινε μωρό που δεν μιλούσε, έγινε θύμα του βιολογικού κύκλου μέσα σε σχεδόν τρεις ώρες. Και το λειτουργώ-μόνο-ένα-10%-του-συνόλου-μου μυαλό μου υπαγόρευε θεωρίες συνομωσίας περί σημαδιών και οιωνών για το υπόλοιπο της νύχτας. Και πήρε μονάχα λίγα λεπτά για την επιβεβαίωση, μέχρι δηλαδή που χτύπησε το τηλέφωνο και δήλωσε πως ενώ η μία πλευρά της κλωστής ψιθύριζε τις πρώτες της λέξεις, η άλλη κατάφερα να ξεχάσει μια για πάντα.

Είναι η στιγμή που οι συμπτώσεις δίνουν και παίρνουν. Είναι η στιγμή που θαρρείς πως οι θεωρίες περί προηγούμενης και επόμενης ζωής μπορεί να μην είναι και φάρσα τελικά. Είναι η στιγμή που μερικές μάγισσες από τη Νέα Ορλεάνη σηκώνονται καταμεσής του ύπνου τους, περπατάνε με τα μάτια κλειστά και συναντιούνται πίσω από κάποιο παραμελημένο καπηλειό, ψέλνοντας για να εξαγνιστεί το κακό κι η αμαρτία από τον κόσμο, μιας και η ζωή με τον θάνατο ελάχιστον απέχουν. Κι όταν φτάνουμε σε ένα από τα δύο κι εμείς, είμαστε πολύ κοντά και στο άλλο και δεν το παίρνουμε χαμπάρι, κοιμόμαστε όρθιοι, όπως κάνουν κι οι μάγισσες οι άγρυπνες. Μόνο που αυτές έχουν τη σοφία για να διακρίνουν τη νοητή κλωστή που τα δένει. Τώρα λοιπόν, εκτός από τη φωνή της Janis, έχω να κουβαλήσω και τη σοφία του μπάρμπα-Νικόλα, έτσι όπως με ειδοποίησαν στον ύπνο μου τα ξωτικά της φίλης μου της Κλοέ. Να δω σε ποιον ή σε ποια θα τα μεταφέρω όταν έρθει και μένα η ώρα μου.

Θέλει κότσια να ζήσεις μια ζωή ευλογημένη και να φύγεις χωρίς να προκαλέσεις κλάματα και οδυρμούς. Θέλει κότσια να μην έχεις κάνει εχθρούς κατά τη διάρκεια του τελευταίου αιώνα, ακόμα κι αν ένας πόλεμος σε χάραξε από τα πρώτα ‘άντα’ και μετά. Θέλει κότσια να έχεις δεχτεί και να έχεις δώσει τόση αγάπη, που να παραδεχτείς ενώπιον ανθρώπων και Θεού ότι δεν θες άλλη. Κι αυτό είναι το μεγαλύτερο μάθημα. Μπορεί να θες να εξοργιστείς. Μπορεί να θες να καταδικάσεις. Να βρίσεις, να ασεβήσεις, να φερθείς με αχαριστία στα θεία, μιας κι αυτό έχεις μάθει να κάνεις μια ολόκληρη ζωή, έτσι όπως μεγάλωσες. Όταν φτάσει όμως η ώρα και την καταλάβεις, αφέσου σαν να μην υπάρχει αύριο και ‘φύγε’ με ένα μεγάλο κι απλόχερο χαμόγελο.

Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Αθηνόδωρος Πάνκαλος


Η ζωή μου έχει φερθεί απλόχερα και την ευχαριστώ για αυτό. Άλλη μία μέρα τελείωσε αγαπητό μου ημερολόγιο και νιώθω πραγματικά πως κάτι άλλαξα και σήμερα. Δεν ξέρω σε ποιον τομέα, ποτέ δεν το ξέρω, αλλά πάντα έχω αυτή την αίσθηση και μάλλον καλά κάνω, μιας και μου το επιβεβαιώνουν και οι συνεργάτες μου. Κι αυτό είναι το πιο σημαντικό, να παίρνεις την έγκριση από τους ανθρώπους που δουλεύεις μαζί και σέβεσαι και εκτιμάς.

Το πρωί δεν χρειάστηκε να πάω στο γραφείο. Πέρασα από το καφέ που συχνάζω, χαιρέτησα μερικούς φίλους από τη γειτονιά, με κέρασαν καφέ, με κόσμησαν με στολίδια και κομπλιμέντα, τους έταξα μερικά ρουσφέτια και έφυγα με την καρδιά μου γεμάτη και την τσέπη μου άδεια, μιας και το επάγγελμά μου, μου επιτρέπει να μην κουβαλάω ποτέ λεφτά.

Το μεσημέρι, πέρασα κλεφτά από το γραφείο, χαιρέτησα όσους μπορούσα, μιας και είναι δυο-τρεις εκατοντάδες, υπέγραψα μερικά χαρτιά χωρίς να τα δω, αφού ποτέ δεν χρειάζεται να τσεκάρω τι υπογράφω, δεν με αφορά, και έκανα μερικά τηλέφωνα για να περάσει η ώρα. Αφού βρήκα την ευκαιρία βέβαια, κατάφερα να κλείσω επιτέλους και τα δωμάτια στην Κορσική για τις ανοιξιάτικες διακοπές μου, έχω τρία χρόνια να πάω εκεί και με έχει πειράξει.

Δεν είχα φάει μέχρι τις 4, τόσο σκληρά δουλεύω, οπότε αποφάσισα να πάω για φαγητό στο αγαπημένο μου μαγειρείο στο κέντρο. Χαιρέτησα κι εκεί μερικούς γνωστούς και φίλους, με κεράσανε φαγητό, ο ιδιοκτήτης μου έδωσε μερικά μπουκάλια κρασί από αυτό που φτιάχνει στο χωριό αλλά και φαγητό για το βράδυ. Ευτυχώς, γιατί η γυναίκα είναι στο εξοχικό, η βοηθός έχει πάει σπίτι της και θα έπρεπε να παραγγείλω και άντε να τους εξηγώ ποιος είμαι στο τηλέφωνο για να μην πληρώσω.

Μετά από μου εξουθενωτική μέρα λοιπόν, είμαι σπίτι και νιώθω πως έχω αλλάξει τον κόσμο. Υπέγραψα πράγματα που μάλλον είναι για καλό, όπως μου υπαγόρεψαν οι φίλοι μου οι Γερμανοί, δεν χάλασα λεφτά γιατί μπορώ, βρέθηκα με τους εξίσου σκληρά εργαζόμενους συνεργάτες μου, εξυπηρέτησα μερικά ρουσφέτια για να συνεχίσω να είμαι στο επάγγελμα και απέδειξα για άλλη μια φορά πως είναι ευλογία και λειτούργημα να είσαι πολιτικός σε αυτόν τον ιστορικό τόπο.

Σε ευχαριστώ Ελλάδα…
Σε ευχαριστώ ελληνικέ λαέ…

Αθηνόδωρος Πάνκαλος